Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 12, 2008

Φιλί.!

Στάσου...

Πριν φύγεις, θέλω να σου πω. Όσα δεν πρόλαβα. Θέλω να με ξέρεις. Όλα όσα είμαι, όχι μόνο όσα σε άφησα να δεις, ούτε μόνο αυτά που σε άφησα να καταλάβεις ή έστω να μαντέψεις.

Οι εφιάλτες μου...

Το βράδυ που κοιμάμαι -έρχεται. Και με παίρνει. Δεν με αφήνει. Και ξεστομίζω προσευχές. Για να με αφήσει. Μάταια. Με πνίγει. Με καίει. Ό,τι θέλει με κάνει. Βλέπω το φως. Αισθάνομαι τον πάγο. Τον νιώθω όταν με κρατάει στον αέρα. Όταν βάζει το χέρι του στο στόμα μου. Όταν τεντώνει τα νεύρα από το κεφάλι και το λαιμό μου. Το ξέρω πως έχω μπει πλέον στην άλλη διάσταση. Πως δεν κοιμάμαι πια. Πως ζω. Εκεί που θέλει κάθε φορά να με πάει. 

Η ψευδαίσθηση...

Πως έχω ξυπνήσει. Πως έχω ξεφύγει από την άλλη πραγματικότητα. Πως έχω ανοίξει τα μάτια. Πως βλέπω την κάθε μου κίνηση. Ότι σηκώνομαι από το κρεβάτι μου. Ότι τεντώνω τα πόδια μου. Πως ανοίγω τη λάμπα. Το βλέπω αυτό. Με τυφλώνει. Πως τρέχω. Να φτάσω σε κάποιον. Να τον ξυπνήσω. Να του πω ότι πάλι ήρθε απόψε. Και με πήρε. Μα δεν το κάνω ποτέ. Ποτέ δεν ξυπνώ κανένα. Μόνη μου το αντιμετωπίζω. 

Η συνέχεια...

Τίποτα. Αρχίζει πάλι. Γιατί δεν έχω ξυπνήσει. Με αφήνει να το πιστεύω για λίγο μόνο. Αυτό γίνεται ξανά και ξανά. Με αρπάζει και με αφήνει. Να νομίζω πως ξυπνάω και μετά να συνειδητοποιώ πως ακόμη με έχει εκεί. Στην άλλη ζωή. Μαζί του. Πάλι και πάλι, ξανά και πάλι. Αυτό συμβαίνει. Μέχρι που... 

Ξυπνάω στα αλήθεια. Αλλά αυτή τη φορά δεν το πιστεύω. Νομίζω πως πάλι με κοροϊδεύει. Πίστεψέ το. Είναι δύο διαστάσεις. Είναι και οι δύο αληθινές. Και δεν ξέρω πότε πραγματικά έχει αποφασίσει να με αφήσει στην μία ή στην άλλη. Και πάντα έρχεται και μου αλλάζει τις ζωές όταν κοιμάμαι. Αφού με αφήσει εδώ...

Η καρδιά μου χτυπάει ανεξέλεγκτα. Έχεις νιώσει να πονάς από τους χτύπους της; Να εύχεσαι να σταματήσουν να χτυπάνε για να μην πονάς; Τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Δεν τολμάω να τα ξανακλείσω. Κι ας τα νιώθω βαριά από την νύστα. Μην έρθει και με πάρει πάλι. Γιατί συμβαίνει κι αυτό. Φαίνεται το μετανιώνει και ξαναέρχεται. Και πάλι τα ίδια από την αρχή. Δεν είναι απλά ένα κακό όνειρο. Κατάλαβέ το! 

Όχι μη...

Μη με σφίγγεις στην αγκαλιά σου. Αυτήν την αγκαλιά που λατρεύω. Δεν θέλω να με λυπάσαι. Να με πιστεύεις θέλω. Και να με αφουγκράζεσαι καθώς κοιμάμαι θέλω. Έτσι όπως τόσο ωραία με προσέχεις όταν είμαι ξύπνια, δίπλα σου. 

Να νιώθεις τις ανάσες μου. Να αντιλαμβάνεσαι τους σπασμούς μου. Και να ξέρεις πως αλλάζω πλευρό τακτικά. Τεντώνω τα χέρια μου. Τυλίγομαι σαν κουβάρι. Όλα όσα ξέρεις, αυτά να προσέχεις. Τίποτα δεν σου ζητώ παραπάνω. Όλα όσα ξέρεις. Όλα όσα θέλησες να μάθεις. Γιατί όταν παύω να υπάρχω, όταν μένω ακίνητη, δεν είμαι μαζί σου. Με έχει πάρει μαζί του. Ξύπνησέ με τότε. Ελαφριά. Μη με τρομάξεις. Δεν κάνει. Άγγιξε με τρυφερά, έτσι όπως με αγγίζεις πάντα. Και δως μου το Φιλί.!
 
Εκείνο το φιλί που είναι δικό μας μονάχα. Το φιλί που πάντα γράφεται με .τελεία και θαυμαστικό.. Πάντα έτσι γράφεται. Που πάντα μου το δίνεις στα χείλη με τελεία και θαυμαστικό.. Πάντα έτσι μου το δίνεις. Ποιός είπε ότι ο ερωτικός λόγος δεν έχει σημεία στίξεως; Κανείς. Αλλά ποιός ξέρει ότι ο έρωτάς σου έχει σημάδια του ερωτικού λόγου; Μόνο εγώ. 

Πόσα κεφαλαία γράμματα και πόσα μικρά. Και ακόμη πιο μικρά από τα μικρά, και πιο ΚΕΦΑΛΑΙΑ από τα ΚΕΦΑΛΑΙΑ. Και πόσα ,,,,,κόμματα,,,,,. Θεέ μου, μας αρέσουν τόσο τα ,,,,,κόμματα,,,,,. Και οι προτάσεις μας γίνονται τόσο μεγάλες, που χάνεσαι. Βυθίζεσαι μέσα τους και στυφογυρνάς για να με μπερδέψεις με την γλύκα σου. Κι ύστερα βάζουμε και (παρενθέσεις) κι έπειτα ((παρενθέσεις μέσα στις παρενθέσεις)). Να μην αναφέρω και τις [αγκύλες] κι ύστερα τις [[αγκύλες μέσα στις αγκύλες]]

Αυτά όμως που μας αρέσουν πιο πολύ είναι τα .....αποσιωποιητικά..... Τα λατρεύουμε. Γιατί πώς αλλιώς θα μου πεις και θα σου πω το σ'αγαπώ; Όταν δεν σε ακούω και δε με ακούς, πώς; Έτσι όπως αφουγκραζόμαστε τα σημεία στίξεως του ερωτικού λόγου, που τα νιώθουμε τόσο κραυγαλέα κι ας είναι τόσο υπόκωφα. Όταν δεν σε βλέπω και δεν με βλέπεις, πώς; Έτσι όπως είμαστε προσηλωμένοι στις λέξεις μας, να τις δώσουμε όμορφο σχήμα και να τις πλάσουμε προσεχτικά. Κι είναι φορές που ολόκληρη η πρόταση -και η δική μου και η δική σου- παίρνει απο μόνη της τη μορφή του σ'αγαπώ. Ξέρεις πότε; Και τότε δεν ξεχωρίζεις αν είναι δική μου ή δική σου.
Ξέρεις γιατί;
 

Μα, πώς δεν ξέρεις; Αφού εσύ μου το 'μαθες θυμάσαι; "Δες το κι αλλιώς, ό,τι δικό μου και δικό σου και αντιστρόφως για να είμαι δίκαιος." Και τσακώνομαστε μετά. Σε μαλώνω, που μου δίνεις και μου δίνεις... 

Στ' αλήθεια, ξέρεις γιατί σε μαλώνω; Νιώθω πως δεν μου 'μεινε τίποτα να σου χαρίσω. Εσύ τα έχεις όλα από τα πριν. Και τα χαρίζεις σ' εμένα. Εγώ τί να σου χαρίσω μετά; Τί; Από τα δικά σου; Και με στολίζεις με λουλούδια και με πίνακες και σε μαλώνω ξανά. Και με μαλώνεις κι εσύ. "Εγώ βρε δεν τους χρησιμοποιώ... αλλά τι εγώ;... τι εσύ;... το ίδιο είναι... δες το κι έτσι..." Αχ, αυτά τα λόγια σου! 

Πόσα θέλεις να μου μάθεις. Μα, κι εγώ πόσο θέλω να σε ακούω. Να σε ακούω και να σε ακούω... την χροιά της φωνής σου, που μου αρέσει να απολαμβάνω, ακόμη κι όταν μιλάς στους συνεργάτες σου. 

Νύσταξα... 

Θα ξαπλώσω. Θα κλείσω τα μάτια μου. Τώρα δεν φοβάμαι. Αφήνομαι στην αγκαλιά σου. Το χέρι σου περασμένο κάτω από το λαιμό μου. Ακουμπάει πλάι στο δικό μου. Τα δάχτυλα μας πλεγμένα. Κι αν δεν με νιώσεις, ξύπνα με. Αγάπη μου, πες μου, δεν θα με αφήσεις ακίνητη, δεν θα με αφήσεις παγωμένη δίπλα σου. Θα μου δώσεις το Φιλί.! 

Τώρα ξέρεις όλα όσα δε πρόλαβα σήμερα να σου πω. Τα άλλα θα σου τα πω αύριο. Πάλι μαζί θα είμαστε... κι ας μην είμαστε... Το ξέρουμε και οι δυο καλά τώρα πια...

 
Άσε με να δω το πρόσωπό σου...
Συγνώμη... 

Έχω λύσει τα μαλλιά μου...
και το άσπρο μου νυχτικό δεν είναι από δαντέλα...

Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

Δυσδαιμόνα

Η Κλειώ, χωμένη στις ανασκαφές της, ξεσκεπάζει τα παλιά ευρήματα στην πόλη του Ασκληπιού. Και πιο πολύ ξεθάβει τα αγαλματίδια της ζωής της...

Και κάθε φορά που κατέβαινες σε τούτη την πόλη, σου ζητούσα να μου φέρεις ένα ξερό πεσμένο φύλλο. Με το που θα γυρνούσες, στην μισερή για 'μένα Θεσσαλονίκη, να μου φέρεις το φθινόπωρο. Nα ριγήσουν τα φύλλα των κορμών μας, στο θρόισμα των ανασών μας. Κι εσύ, δεν αμελούσες. Πάντα μου έφερνες το φύλλο που ζητούσα.

Θυμάσαι;

Ένα ξερό κιτρινισμένο φύλλο, τίποτα άλλο δεν ζητούσα.
Εύθραυστο, σαν την πληγή σου που κρατούσα στα χέρια μου. Μα, κι εσύ, στα χέρια σου μου έφερνες το φύλλο. Εύθραυστο καθώς ήταν.

Και δεν αναρωτήθηκα ποτέ μου -τόσο ταξίδι δεν κουράστηκες να το βαστάς, να μου το φέρεις; Να μην το θρυμματίσεις και θρυμματιστώ; Και δεν αναρωτήθηκες ποτέ σου -τόσες πληγές, πώς άντεχα να στις κεντώ; Να σου τις κλείνω;

Ψάξε να βρεις το φύλλο που θα μου 'φερνες, να σου θυμίσει, πως 'κείνη δεν ταίριαζε στα φύλλα του κλαδιού σου.

Η Κλειώ εγκυμονεί πιότερες αλλεργίες κι από το έαρ. Θερίζει πιότερες χαρές, όπως τα στάχυα, το θέρος.
Η Κλειώ πιότερο μελαγχολική του φθινοπώρου.Πιότερο κρύα του χειμώνος.

Δεν έχει φύλλα για φέτος να σου ζητήσω. Μούσκεψαν στις λίμνες των ματιών μου, γινήκανε λίπασμα, φύτρωσαν δέντρο καινό. Της φιλίας. Που όμορφα την ποτίζουμε να μη χαλάσει.

Στέκεται κάτω από τον ήλιο, ξεσκονίζει τις πέτρες. Πιάνει με τα δάχτυλά της κάθε ανάγλυφο σημάδι. Είτε σχισμή. Είτε εξόγωμα. Είτε ράγισμα. Γαλήνια μέσα στις σκέψεις της.

Έλα δέντρο, άπλωσε το κλαδί σου και πες Του...
Πριν τεντώσει τα αυτιά Του να α
κούσει τον διθύραμβό Μου...
Έλα και ως εξάρχων πες Του...
Είναι που Εκείνος δεν θέλει να φέρει μονάχα φύλλα ξερά...

Μίλα Του για τους μήνες μου...
τον Ποσειδεώνα Μου που με κάνει μια γόνιμη Γη, βλαστίζω και σκορπάω τους χυμούς μου...
τον Γαμηλιώνα Μου που νυμφεύομαι τον έρωτα και λοξοδρομώ...
τον Ανθεστηριώνα Μου που θρηνώ για τον θάνατο της αγάπης Μου... και πίνω το κρασί...
Δίδαξέ Του πως μια Τραγωδία χωρίζεται σε κατά ποιόν μέρη...
Μύθος: την σύνθεση των όσων απαρτίζουν την ζωή Μου, πριν Εκείνος μπει στο σενάριό μου και εξελιχθεί στην υπόθεση του έργου Μου...
Ήθος: τα λόγια και τις πράξεις των δρώντων προσώπων του βίου Μου που έχουν καταλυτική επίδραση πάνω Μου...
Διάνοια: τις ιδέες των δρώντων γονιών Μου και την διαφοροποίηση των απόψεων των μελών της οικογένειάς Μου...
Λέξις: την γλώσσα και το ύφος του δικού Μου ψυχισμού...
Μελοποιΐα: τη μουσική που συνάδει με το όλο Μου...
Όψις: την σκηνική παράσταση του έργου στου οποίου θέλει να γίνει θιασώτης...

Ακόμη δίδαξέ Του τα στοιχεία του Μύθου Μου...
Τραγική ειρωνεία: θα είναι γνώστης της κατάστασης ως θεατής Μου, μα εγώ, το κατεξοχήν δρων πρόσωπο, δεν θα είμαι...
Θέσις: όταν ο μύθος Μας πλεχτεί, η ευτυχία και η δυστυχία Μας θα αγγίζουν τα άκρα και την κορύφωση...
Λύσις: μια μεταβολή της θέσις, που θα ακολουθεί την κορύφωσή Μας και θα λύνει τις όποιες διαφορές Μας...
Κι αν μετά από όλα τούτα, επιμένει να έρθει, να ακούσει τον διθύραμβό Μου... ας έρθει...
Εσύ ότι ήταν να Του πεις... Του πες...
Κάθεται και σκαλίζει... αφαιρεί την σκόνη από τα ιστορικά ευρήματα όταν ακούει να την φωνάζουν: "Κλειώωω... πρέπει να συντομεύουμε... ο ήλιος καίει..."

Το ξέρω πως φταίω...
Εγώ Του ζήτησα να παίξει...
Μα, δεν Του είπα πως θα ανεβάζαμε τη Δυσδαιμόνα...
 


υ.γ. Ερωτικέ μου, νά πώς με αντέχει... δέν με αντέχει... και πώς με διακριτικότητα υπέθεσες ότι θα με άντεχες εσύ;

Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

Κυβέλη

Η θεία Κυβέλη βρήκε το πορτοπαράθυρο από το κουζινάκι ανοιχτό και πέρασε μέσα. "Μεσημέριασε και δεν φάνηκες ακόμη. Που είσαι;" φώναξε, μα απάντηση δεν πήρε. Την βρήκε ξαπλωμένη στο δώμα της. "Η κοιμωμένη του Χαλεπά" είπε αστειευόμενη. Ήταν ένα παιχνιδάκι τους από παλιά. Στο άκουσμα αυτής της φράσης η Υακίνθη δεν βαστούσε κι έσκαγε ένα χαμόγελο, όχι όμως κι αυτήν την φορά.

Είδε τις πατούσε της και κατάλαβε. "Είσαι ένα αγριοκάτσικο, το ξέρεις;" είπε κάπως πιο δυνατά, μήπως και τα καταφέρει, μα το χαμόγελο ακόμα να κάνει την εμφάνισή του. Με λίγο μπαμπάκι και μπεταντίν καθάρισε τις πατούσες της. "Ο άντρας είναι σαν το καράβι κόρη μου, όσα πελάγη κι αν διασχίσει πάντα δένει στο λιμάνι." Η Υακίνθη έσμιξε τα φρύδια. Δεν της άρεσαν καθόλου τούτα τα λόγια. "Και η γυναίκα, τι θαρρείς πως είναι; Μια φρεγάτα..." αποτέλειωσε την κουβέντα της η θεία Κυβέλη και την φίλησε στο μέτωπο.

Κατευθυνόμενη προς το κουζινάκι και λίγο πριν βγει ξανά από το πορτοπαράθυρο, φωνάζει: "Όταν ξυπνήσεις κι αν ακόμη το θυμάσαι, σου 'χω δυο λέξεις του πατέρα σου, αφημένες στο πεζούλι, πλάϊ στον βασιλικό. "

Η Υακίνθη ανοίγει τα μάτια, σηκώνεται όρθια, κάνει δυο βήματα, βογκά. Είχε ξεχάσει τις πατούσες της. Τώρα τρέχει, φτάνει στον βασιλικό, αρπάζει το γράμμα, βλέπει το γραφικό χαρακτήρα, μένει βουβή. Στητή. Μόνη.
Κυλά ένα δάκρυ. Χαράς. Απότομα. Κυλά απότομα. Το δάκρυ φτάνει στα χείλη. Το γλείφει. Μηχανικά. Η γεύση. Στυφή. Αλμυρή. Συνεχίζει. Το γεύεται.

Το γράμμα στα χέρια της. Το ξεδιπλώνει. Τρέμουν. Τα χέρια τρέμουν. Τρέμει. Το σώμα τρέμει. Η ψυχή τρέμει. Βογκά. Οι πατούσες πονούν ακόμη. Μήπως δεν είναι οι πατούσες;

"Μια λέξη. Μονάχα. Που δεν τολμούν τα χείλη να προφέρουν, δεν βαστά το βλέμμα να απαιτήσει, δεν μπορούν τα χέρια να διεκδικήσουν, "έλα..." Μία λέξη. Τρία γράμματα. Τόσο μικρή, μα στ' αλήθεια τόσο μεγάλη που πονάει. Δεν μπορώ να την βαστάξω μόνος μου, "έλα...", φέρε ψυχή και σώμα μαζί, το δικό μου σώμα, μόνο του, γέρνει. Φέρε τα χέρια σου να την χτίσουμε. Φέρε το βλέμμα σου να την χρωματίσουμε. Φέρε τα χείλη σου να την ποτίσουμε. Να ανθίσει, να γίνει ο καρπός μας βλαστάρι, να ανθίσει, "έλα..."

Έπειτα, άλλη μια λέξη, "φύγε...". Αυτήν δεν την καλώ. Αγριόχορτο είναι και φυτρώνει όπου βρει. Πόσα χέρια να 'χω για να ξεχορταριάσω; Μου λες; Τόσα... Όσα... Πόσα...; Πες μου!

"Φύγε..."
γιατί σ'αγαπώ.

"Φύγε..."
γιατί μ'αγαπώ.

"Φύγε..."
γιατί δεν κλίνεται το αγαπώ.


τότε... τώρα... μετά...

τρεις παράμετροι που στο διάβα τους δεν θα συναντηθούν ποτέ.


έλα... φύγε...

κράτα όποια λέξη σου
ταιριάζει, κι ύστερα έλα να σου την ξεδιαλύνω. Μα πρώτα διάλεξε.

Ενίοτε, οι άνθρωποι λένε το αντίθετο από αυτό που ποθούν.
Κι εάν διάλεξες το έ... λ... α.... μάθε πως...
έ
φυγα... λείπω... απέχω...


Κι εάν διάλεξες το

φ...
υ... γ... ε... νιώσε πως...

φ
ωνάζω... υπόκωφα... γρήγορα... έλα...


Μα κάνε να μην πω ποτέ μήτε φύγε μήτε έλα."

"Αχ, θειούλα μου, εσύ έγραψες το γράμμα... για μια στιγμή, πράγματι, με ξεγέλασες, και πίστεψα πως...". Διαβάζει. Διαβάζει ξανά. Πάλι και πάλι, ξανά και πάλι. Διαβάζει. Διπλώνει το γράμμα. Πρώτα στα δυο. Ύστερα στα τέσσερα. Δύο κι άλλα δύο. Σύνολο τέσσερα. Τα δάκρυα που γλείφει.

υ.γ. Αφιερωμένο σεμνά και ταπεινά στους γονείς μου.

Εξ υακίνθων, ουαί, ουκ εξ ακανθών

(Όταν έχεις καλούς φίλους που σε νοιάζονται ξαναβρίσκεις ακόμη και χαμένες αναρτήσεις! Ο Γιώργος, λοιπόν, με ενημέρωσε πως το google κρατάει στην μνήμη του για κάποιο διάστημα τα κείμενα. Το έψαξε, μου το ξαναέστειλε και να το!)

Με ευχάριστες νότες λεβάντας είχε ποτίσει το φόρεμά της και το είχε κρεμάσει πλάι στο ντιβάνι.

Στους καρπούς της είχε αλοίψει λάδι γιασεμιού, ενώ τα μαλλιά της, λουσμένα με ανθόμελο και χαμομήλι, σκόρπιζαν το άρωμά τους στο χώρο. Κι εκείνη ανησυχούσε μήπως δεν μείνει ούτε μια στάλα για 'κείνον, που τόσο του άρεσε να πλέκει τα χέρια του στα μακριά της μαλλιά κι έπειτα να την τραβάει τρυφερά κοντά του, να εγκλωβίσει λίγο από την μυρωδιά τους μέσα στα ρουθούνια του. Κι είχε επιθυμήσει εκείνο το φιλί, που επακολουθούσε, στη βάση του λαιμού της.


Σκαρφάλωσε στη ράχη του λόφου καρτερώντας το καράβι, να το δει να λικνίζεται, και λίγο πριν δέσει στο γυαλό εκείνη θα τον πρόφταινε στην προβλήτα. Ο αέρας ανέμιζε το μαβί πανί του φουστανιού της, ενώ ο ήλιος παιχνίδιζε με τις αντανακλάσεις από το χαλκαδάκι που κρατούσε στα χέρια της, δώρο για 'κείνον.


Το δείλι πήρε τη θέση του, κι ύστερα το φεγγάρι, μα το πλοιάριο δεν είχε φανεί ακόμη. Κι ύστερα είδε από μακριά τον κυρ-Νικόλα και κατάλαβε... κρατούσε στα χέρια το τηλεγράφημα.
Μην περιμένεις. Στοπ. Δεν θα φανώ. Στοπ. Φορτώσαμε εμπόρευμα από άλλο λιμάνι. Στοπ. Φιλί. Στοπ. Τίτος. Στοπ.


"Ανάθεμά σε" και πέταξε το χαλκαδάκι στο νερό. "Θάλασσα πλανεύτρα, μου τον πήρες..." μονολόγησε, "χάρισμά σου..." κι έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια της.


Περπάτησε έως το σπίτι ξυπόλητη, έτσι σαν μικρό παιδί, από πείσμα για 'κείνον, να έχει να λέει για τις παιδικές αντιδράσεις της. Μάζεψε τα μαλλιά της ουρά, να μην τα ξαναγγίξει ποτέ του, και μόλις έφτασε στον κήπο, άφησε το φόρεμά της στην τριανταφυλλιά.


Το βλέμμα της πετάρισε στους υακίνθους, μαβί, ροζ κι άσπρο, τα χρώματά τους, σαν το φουστάνι της.


"Εξ υακίνθων ουαί εξ ακανθών" σιγομουρμούρησε...


Η Υακίνθη θα μπει μέσα στο δώμα της. Ένα συνονθύλευμα από λεβάντα με γιασεμί κι ένα κράμα από ανθόμελο με χαμομήλι θα τρυπώσει μειλίχια στα ρουθούνια της. Έπειτα, θα ξαπλώσει στο ντιβάνι, φορώντας ένα λευκό ξεχασμένο πουκάμισο.


Όταν ξυπνήσει τα γδαρσίματα από τις γυμνές της πατούσες θα έχουν γιάνει...



υ.γ. Αφιερωμένο με σεβασμό στον Πρωτόπλαστο, μια μικρή και κάπως αργοπορημένη ανταπόδωση ως προς την δική του αφιέρωση.

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2008

Τίτος

Ο Τίτος καθόταν στην κουπαστή του πλοίου κι ατένιζε ώρα πολύ ή λίγη... ποιος ξέρει; Ποτέ του δεν φόρεσε ρολόγια απεχθανόταν τον εγλωβισμό της "στιγμής" σε δείκτες, σε αριθμούς.

Κι ο καπετάν-Μανώλης να στριφογυρίζει στο μυαλό του.
Ο καπετάνιος του...

Στοιχημάτιζε πως θα 'τανε στην καμπίνα τώρα, σκυμμένος πάνω από τις αράδες του. Να γράφει στο ημερολόγιό του. Και ήταν καλοκαίρι 20 του Ιούνη, η διαδρομή πρόσταζε από το Τουμπάι για Γαλλία.

Μεγάλος ο καπετάν-Μανώλης σε ηλικία, τόσο ώστε να μην γνωρίζει από ορθογραφία, γι' αυτό και η απορία "δυο λάμδα θέλει τώρα η Γαλλία ή ένα; Από σωστογραφία άστα..."

Πέρα από την κυριολεκτική τους σημασία για τις "ψιλές" και τις "δασείες", ο Τίτος αναλογιζόταν πως είχαν και συμβολικό ρόλο.

Τις έφερνε στο μυαλό του σαν εκείνες τις γυναίκες που κατείχαν σημαντική θέση στη ζωή του καπετάνιου. Αλλιώς, ο καπετάνιος δεν θα τρόμαζε για την κατάντια τους όταν τις έβλεπε "σα γυφτάκια ξυπόλητα, με λαδωμένα μαλλιά".

Κι ύστερα... ακολουθεί η μία και μοναδική "υπογεγραμμένη", δηλαδή η γυναίκα του καπετάνιου.

Δεν ήξερε, μα έτσι είχε καταλάβει ο Τίτος, πως δεν ήταν εν ζωή πια, γι' αυτό και όποτε μπορεί την μνημονεύει. Όπως ακριβώς κάνουν οι ιερείς τους νεκρούς τους...

Όσο για τις "περισπωμένες", είναι θα τολμούσε να πει, εκείνες οι γυναίκες, οι πεταλουδίτσες της μιας βραδιάς που έχουν χάσει το χρώμα τους, το νόθο λιμάνι του ναυτικού που " άμα ταιριάζει κάνει το χρέος του", εκείνη η στείρα σαρκική απόλαυση.

Κι έπειτα είναι και η ονομασία που είχε δώσει στις τρεις μύγες "Μυρτώ, Ζανέτ, Κορνήλιος" που τόσο πια υποδηλώνει την προσταγή για ανθρώπινη επικοινωνία. Ο καπετάνιος τις αφήνει να παρασιτούν στη ζάχαρη και το γάλα του, κι όταν τις συναντήσει στο διάδρομο "κάνει πως δεν τις βλέπει". Είναι, έστω, μια παρουσία στην ανθρώπινη μοναξιά του. Γιατί, μη μου πεις πως όταν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα ζωύφια μέσα στα σπίτια τους δεν προσπαθούν να τα ξεφορτωθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Για τον καπετάνιο η Μυρτώ, η Ζανέτ και ο Κορνήλιος είναι η συντροφιά του.

Από το ψυγείο θα πάρει "ακάματα φρούτα", δηλαδή ώριμα γινομένα, να λιαστούν στο φινιστρίνι του. Κι αλήθεια πόσο ταυτίζονται τα φρούτα με την ηλικία του καπετάνιου, γιατί κι εκείνος μεγάλος, ζαρωμένος, ταλαιπωρημένος από τις δυσκολίες της ζωής.

Κι όταν θέλει να βρεθεί στην Ομόνοια, περιμένοντας ώρα πολύ στην στάση, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή εντείνεται στο μυαλό του. Σε ποιον θα άρεσε να περιμένει το λεωφορείο καλοκαίρι καιρό, με πολύ ζέστη, πολύ καυσαέριο και πολύ κόσμο; Και μάλιστα το λεωφορείο να μην φαίνεται;

Κι ο Τίτος, πώς να μην συναισθανθεί τον καπετάνιο του; Αυτή η καρτερική αναμονή ανάμεσα σε τόσο κόσμο, πιότερο με λύτρωση μοιάζει. Ένα αίσθημα ζεστασιάς, όχι μόνο λόγο του καιρού αλλά και την παρουσία τόσων ανθρώπων -ίσως αδιάφορων- αλλά στο τέλος όλοι θα πάρουν το ίδιο λεωφορείο και θα κάνουν την ίδια περίπου διαδρομή.

Ο καπετάν-Μανώλης θα καταλήξει στους Αμπελόκηπους, θα αγοράσει μερικά ψάρια -το στοιχείο της θάλασσας είναι μέσα του σε κάθε του επιλογή- χόρτα και σιταρένιο ψωμί και "Άγιος ο Θεός". Ένα λιτό γεύμα, μα στ' αλήθεια τόσο πλούσιο.

"Ήθελα να 'ξερα δεν είστε ευτυχισμένοι", μονάχα όταν έφτασε σε τούτο την ερώτηση ο Τίτος δάκρυσε...

Τόσο προδωμένος και ταπεινομένος ένιωσε από τον εαυτό του. Άραγε, ήταν ευτυχισμένος; Ίσως είχε πολύ περισσότερα από όσα θα άξιζε ή θα έπρεπε και πάλι όμως, δίσταζε να πει με σιγουριά εκείνο το "ναι, είμαι ευτυχισμένος".

Η ευτυχία σίγουρα δεν έγκειται στα πολλά και στα μεγάλα. Οι μικρές ευτυχίες ίσως τελικά να αξίζουν πιο πολύ. Η χαρά που νιώθεις αν μπορείς ανεμπόδιστα να πάρεις βαθιά ανάσα σε μια βουνίσια πλαγιά και να φυλακίσεις μια για πάντα τη μυρωδιά του κέδρου. Αν μπορείς να γευθείς το γλυφό νερό της θάλασσας. Αν μπορείς να γεμίσεις τα μάτια σου από θύμισες χαμογελαστών και καλοσυνάτων ανθρώπων. Αν τα χέρια σου ανοίγουν πρόθυμα την αγκαλιά σου να παρηγορήσουν όποιον το έχει ανάγκη. Αν κατορθώνεις να δίνεις και να παίρνεις αγάπη. Ίσως τελικά αυτά να λείπουν από τη ζωή μας και να είμαστε τόσο κενοί. Έχουμε γεμίσει απο τόσο φτιαχτές ανάγκες που στο τέλος ξεχνάμε να καλύψουμε τις ανάγκες της ψυχής.

Στο τέλος ένα γράμμα έρχεται για τον καπετάν-Μανώλη. Ο Τίτος χτυπάει δισταχτικά την πόρτα της καμπίνας του και του το δίνει με τρεμάμενα χέρια. Αν και το περιεχόμενο είναι το ίδιο, ωστόσο, ο καπετάνιος το διάβασε πολλές φορές. Η υπέρτατη ανάγκη για επαφή, ίσως και η καλύτερη, η ισχυρότερη, αυτή της μάνας. Κι ο νέος ναύτης, ο Τίτος του ζήτησε το γράμμα, "δώσε να το διαβάσω" ένα ελπιδοφόρο μήνυμα συντροφικότητας, ένας πιθανώς συνταξιδιώτης της ζωής στο καράβι του καπετάνιου, αυτό της ψυχής και της καρδιάς.

Ένας ναύτης κι ένας καπετάνιος... ποιός θα καθορίσει τη φιλία μια ζωής; Μήτε η ηλικία μήτε το αξίωμα στο πέτο του σακακιού...