Κυριακή, Μαρτίου 29, 2009

Ευχαριστήριο η αφορμή

Κάπως έτσι θα μου συλλάβιζε άλλο ένα όνομα... χωρίς να έχει σημασία τι γένους, αρσενικού ή θηλυκού, γένους ανυπεράσπιστου, όπως και να 'χει.

Θα ξεκλείδωνα τις αποθήκες του μνημονικού μου και πλάι στις σημειώσεις των γυμνασιακών μου χρόνων για την τέχνη, τα μικρά σκονάκια με τις ημερομηνίες που ποτέ μου δεν συγκράτησα. Πλάι στα χαρτιά από εφημερίδες, το μελάνι στο χαρτί για δυο λόγια και δυο εικόνες από μαθητικά φεστιβάλ, διαγωνισμούς, βραβεία και ασήμαντες διακρίσεις, που με το παιδικό μου μυαλό, θαρρούσα πως άγγιζα τον κόσμο. 
'Κει λοιπόν, πλάι στα αποξηραμένα λουλούδια που 'χουν τριφτεί, από το αλόγιστο ανοιγοκλείσιμο των τεφτεριών, που 'χουν θαμπώσει από την σκόνη της άμμου που φέρνω απ' τα ταξίδια μου, που 'χουν στάξει και λεκιάσει με το χρώμα τους, έτσι καθώς νότισαν από τα δάκρυά μου. Εκεί, λοιπόν, θα παραμέριζα στην άκρη με τα χέρια μου, κάθε φυλλάδα της ψυχής και θα κλείδωνα άλλο ένα μικρό όνομα.

Pe΄ppe...
Θα μου χάραζε σε ένα μάρμαρο, όπως κάνουν με τις πλάκες στα μνήματα, την περίοδο που θέλησε να επισκεφτεί τούτο τον τόπο που οι άνθρωποι αφηρημένα προσδιόρισαν Γη, 18_ _ έως 19_ _ , για να υπολογίσω την ζώσα συνθηκολόγηση του Άδη με την Λάχεσις που ορίζει την διάρκεια της ζωής.

Κι έπειτα, με όλη την εμπιστοσύνη που σου έχω
Ευαγγελία μου, ίσως και με λίγη δόση περιέργειας, θα εντυπωσιαζόμουν από την ζωή του προσώπου που επέλεξες να μου παρουσιάσεις.
 
Η Pe΄ppe...

η μελαχρινή χορεύτρια, που θα μείνει αργότερα στην ιστορία ως "Pe΄ppe η κουτσή". Ένα μικρό τρίκλισμα στο αριστερό πόδι. "Το πιο αθώο κουσούρι από ένα άσχημο τροχαίο" θα γράψουν οι σκανδαλοθηρικές εφημερίδες, αφήνοντας πονηρούς υπαινιγμούς για τον κρυφό δεσμό της με τον παντρεμένο συνάδελφό της χορευτή Ferre΄.

Ποτέ δεν σταμάτησε να χορεύει. Το αντίθετο. Μετά το ατύχημα οι περιοδείες πλήθυναν, το ίδιο και το πλήθος που την αποθέωνε σε κάθε της εμφάνιση. Οι άνθρωποι είναι περίεργα όντα. Χρειάζεται να στηριχτούν σε μια ξένη αδυναμία για να αποδεχτούν τ
ην δική τους τρωτή υπόσταση.


Κι είναι η πιο α-κατάλληλη στιγμή να σεργιανίσω στον Πρωτόπλαστο. Μόνο εκείνος θα αφυπνίσει τον ραχατεμένο μου ερωτισμό ως προς την γεμάτη πάθος και μυστήριο ζωή της άγνωστης χορεύτριας.


Θα ραντίσει τις λέξεις με την γοητεία ενός Κυρίου
και θα τις αφήσει να στάξουν…

Το όΝοΜά τΗς
P e'pp e
γεύση πικρού αμύγδαλου στο στόμα.
Το όΝοΜά τΟυ
F e rr e'…
ουίσκι και καπνός
ανάκατος
από πούδρες και ακριβά αρώματα γυναικών.

χ Ο ρ Ε ύ Ο υ Ν
δεκάδες ζευγάρια μάτια φωτίζουν την σκηνή με την σπίθα τους
οι κραυγές του πλήθους δονούν τα βήματά τους
-Ο τύπος με την κιθάρα αυτοσχεδιάζει πάλι απόψε
στο αγαπημένο της κομμάτι-
Θα τον βρίσει αυτόν δεν της γλιτώνει…
δεν θυμάται το όνομά του
ξεστομίζει δυο βρώμικες λέξεις στη γλώσσα της
Timo
χάνει τ’ ακόρντα…
τα δάχτυλα πηγαίνουν μόνα τους στα τάστα
έτσι όπως θα την χόρευε ο ίδιος

Θεέ Μου…
μονάχα να ΤηΝ χόρευε
Χρόνια τώρα…
ξέρει κάθε της κίνηση
το αναστέναγμα του καρέ
το λίκνισμα της μέσης
το σύρσιμο της γάμπας
-κείνης της γάμπας, της αριστερής

Αισθησιασμός
αβυσσαλέος
από τούτο το παράταιρο βάδισμά της

Θωπεύει με το βλέμμα του
το ανάγλυφο του κορμιού της
Λαχτάρισμα που δεν χόρτασε
με το τέλος.

Τέλος
της παράστασης για απόψε.
Οι εξέδρες αδειάζουν από κόσμο, οι χορευτές πίσω στα καμαρίνια τους.


She claps her hands...
Θα χορέψει μόνη για τον εαυτό της
ξυπόλητη.


Βήματα επάνω στην σκηνή...

κρατά ένα καπέλο στο χέρι
και μ' αυτό κρύβει το πρόσωπό του

Την πιάνει από την λαβή της
-αγαπημένη λαβή-

το καπέλο πέφτει


Timo... πρόλαβε να ψελλίσει
μα πώς...
δεν θυμόταν το όνομά ΤοΥ.!
 
Τον επίλογο θα γράψει ο Άνεμος. Και μόλις τον αποτυπώσει στο χαρτί, θα μου αποκαλύψει την πηγή της έμπνευσής του. Πέρα από τους πρωταγωνιστές, τις μουσικές επιλογές, είναι και τα βιώματα που φταίνε.

Είναι και τα βιώματα που φταίνε... έτσι, με τούτα τα λόγια, θα τα έχει συνοψίσει όλα. Άλλωστε, κάπως έτσι κλείνουν οι επίλογοι, λιτά.

υ.γ. Τούτη η βινιέτα (προϊόν φαντασίας εξολοκλήρου) ένα μικρό χρέος απέναντι σε αυτά τα τρία πρόσωπα, που θέλησαν με τούτο τον πάπυρο να μου φανερώσουν την φιλία τους.

Στην Ευαγγελία που εκτιμώ για τις επιμελημένες της παρουσιάσεις σε καθετί που έχει σχέση με την τέχνη και τον πολιτισμό. Κι έχω μάθει τόσα... που αγνοούσα.

Στον Πρωτόπλαστο, που εκτός από τον ξέχειλο συναισθηματισμό του ιστολογίου του, αγαπώ και σέβομαι ως Άνθρωπο. Δικός μου αγαπημένος.

Στον Άνεμο, που μας συνδέει μια καλή φιλία και πάντα με εντυπωσιάζει η ευδιαθεσία και το χαμόγελό του απέναντι στη ζωή.

Αφιερωμένο και σε όλους εσάς. Ο πάπυρος είναι τσακισμένος, επίτηδες. Θέλησα ο καθένας σας φεύγοντας να πάρει κι από ένα κομμάτι μαζί του. Δείγμα της δικής μου φιλίας.
Σας ευχαριστώ!

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2009

Μάγεψες...
σώμα κουρασμένο
ψυχή που δεν ξεμάκρυνε απ' την πηγή
κι ας τρέχει το νερό απ' το στόμα
κι ας στάζει στο λαιμό
κι ας μουσκεύει το στήθος.

Μάγεψες...
με λόγια δικά σου
με λόγια δανεικά
λόγια μονάχα να ακούω απλά
και τίποτα άλλο δεν ζητάω.

Να ακούω
Να μην ακούγομαι
Με έχει κουράσει η φωνή μου.

Σε ένα πεζούλι
Σε μιαν πέτρα
Στο κρεβάτι μου δίπλα
δεν θα σου πω απόψε
σαν αγγίξεις τα μαλλιά μου.
Ίσως, πια, στο επιβάλλω.

Μάγεψες...
μη ζητάς να μάθεις τι.
Μονάχα τούτο να θυμάσαι
Να ακούω
Να μην ακούγομαι
Με έχει κουράσει η φωνή μου.

Τετάρτη, Μαρτίου 04, 2009

Η αγάπη είναι ζύγωμα… το ζύγωμα της αγάπης…

Γλίστρησε μέσα αθόρυβα. Έμεινε για λίγο, να περιμένει στην πόρτα, έως ότου να συνηθίσουν τα μάτια στο ημίφως του δωματίου. Στον καρπό της η ώρα θα έδειχνε 19:23, εάν όντως φορούσε ρολόι. Εκείνος θα ερχόταν πιο αργά. Είχε ζητήσει από τη ρεσεψιόν να της επιτρέψουν την είσοδο και να της δώσουν το κλειδί του δωματίου του.

-Μια κυρία θα φτάσει εδώ απόψε το απόγευμα. Παρακαλώ, φροντίστε για την τακτοποίησή της.
-Παρακαλώ, κύριε, μείνετε ήσυχος.

Έκανε δυο βήματα προς την έξοδο κι ύστερα γύρισε πάλι προς τα πίσω.

-Πείτε της πως θα αργήσω να επιστρέψω. Η κυρία θα δειπνήσει μόνη.
-Μάλιστα κύριε.
-Είμαι γενναιόδωρος, είπε, και τοποθέτησε ένα χαρτονόμισμα πάνω στον πάγκο της υποδοχής.

Ήταν κουρασμένη, όχι τόσο από το δρόμο, όσο από τις σκέψεις που έκανε στη διαδρομή. Που πήγαινε; Ήταν σωστό; Ήταν λάθος; Γιατί πήγαινε; Σε μια ξένη πόλη από την δική τους. Εκείνος είχε τους λόγους του. Επαγγελματικές υποχρεώσεις. Εκείνη; Απλά θα πήγαινε να τον συναντήσει. Χρειάζεται σοβαρότερος λόγος από αυτόν; Ίσως, όχι, για μια τέτοια γυναίκα. -Μη ρωτήσεις για τη λέξη "τέτοια", την αφήνω επίτηδες απροσδιόριστη.

Η πρώτη τους συνάντηση, λοιπόν.

Άλλωστε, την είχαν περιγράψει τόσες φορές πιο πριν. Εκείνος θα την περίμενε. Εκείνη θα καθυστερούσε. Η αμηχανία των πρώτων λεπτών, οι πρώτες κουβέντες περί ανέμων... για τον καιρό, για την διάθεση του καθενός, κάπως έτσι, μέχρι το άναμμα του πρώτου τσιγάρου. Εκείνη θα του υπενθύμιζε για άλλη μια φορά πως την ενοχλεί ο καπνός κι ύστερα η τετριμμένη φράση:


-Μα γιατί δεν το κόβεις, σου κάνει κακό.
-Και; Τι σε νοιάζει; Καμία απάντηση από μέρους της, παρά μονάχα αρχίζει να μαζεύεται στην καρέκλα της.
-Δική μου υπόθεση. Ολοκληρώνει τη φράση του, ενώ εκείνη μαζεύεται όλο και περισσότερο στη γωνιά της.
-Δεν βολεύεσαι;
-Είμαι μια χαρά. Μια χαρά. Του απαντάει.

Ένα σωρό υποθέσεις και εικασίες για αυτήν την πρώτη συνάντηση, και κάθε φορά το σενάριο να αλλάζει, μαζί με τις ατάκες και τα σκηνικά. Και πάλι πρόβες και πρόβες αδιάκοπα.

Το στομάχι της γουργουρίζει. Ο νέος της υποδοχής την ενημερώνει πως θα δειπνήσει μόνη. Αποφασίζει να παραβλέψει τις ηχητικές επισημάνσεις που βγαίνουν από το στομάχι της και να ξαπλώσει.

Την βρήκε να κοιμάται. Ακούει για μια στιγμή την ανάσα της και την παρακολουθεί την ώρα που αλλάζει πλευρό. Το θυμόταν αυτό, από τις συνομιλίες τους.

-Στριφογυρίζω συνέχεια. Όχι-όχι, δεν έχω καθόλου ανήσυχο ύπνο, μα είναι που πιάνομαι εύκολα και... ξέρεις... εάν ποτέ ξαπλώναμε μαζί θα σε ενοχλούσε αυτό και...
-Ναι. Ίσως.

Ξεντύνεται γρήγορα, κάνοντας ταυτόχρονα το λιγότερο δυνατόν θόρυβο, ανυπόμονος, να βρεθεί κοντά της, να αφουγκραστεί τον ήχο της ανάσας της.

Στα μισά της νύχτας ξυπνά μετανιωμένη που δεν έβαλε μια μπουκιά στο στόμα της. Νηστική όλη μέρα από το ταξίδι και το άγχος της συνάντησης, έκαναν το στομάχι της να δεθεί κόμπος. Σηκώνεται. Φτιάχνει λίγο τσάι. Το πίνει. Όλα μέσα στο ημίφως του δωματίου. Ξαπλώνει. Ξανά.

-Είσαι καλύτερα; ακούγεται η φωνή του, ενώ εκείνη βολεύεται μες τα σεντόνια.
-Το στομάχι μου.
-Το κατάλαβα.
-Ναι, καλύτερα. Πολύ.

Απλώνει το χέρι του και το ακουμπά στην κοιλιά της. Όταν νιώθει δυσφορία της αρέσει η αίσθηση της ζεστής παλάμης στην κοιλιά της, έτσι του είχε πει. Το θυμάται κι αυτό, από τις συνομιλίες τους.

-Τι έχεις απόψε; Κάτι έχεις εσύ.
-Το στομάχι μου.
-Πιες κάτι. Ένα χάπι ή κάτι ζεστό.
-Μια ζεστή παλάμη. Αυτό. Αυτό θα πάρω.

Χαμογελά. Δεν την βλέπει που χαμογελά, όμως το κάνει. Αφήνει και το δικό της χέρι πάνω στο χέρι του. Κι εξακολουθεί να χαμογελά. "Θυμάται..." σκέφτεται, "θυμάται τις συνομιλίες μας".

Δεν έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ. Ούτε το επόμενο. Ούτε το μεθεπόμενο. Τρεις νύχτες μοιράστηκαν τον ύπνο τους. Ακόμη κι όταν εκείνος προσπάθησε να το ζητήσει, ψιθυρίζοντας στο αυτί της, ή τουλάχιστον έτσι εκείνη κατάλαβε.

-Θέλω να σου κάνω..., και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του.
-Ζήτησα μόνο να κοιμηθούμε αγκαλιά. Ναι, αυτό. Γι' αυτό ήρθα. Την αγκαλιά σου και το χάδι σου θέλω.

Όταν επέστρεψαν πίσω στην πόλη τους, στις συνομιλίες τους δεν άλλαξε τίποτα. Πάντοτε πρόβαραν ατάκες και άλλαζαν σκηνικά ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Όταν ήθελαν να προσεγγίσουν την πραγματικότητα, μια φράση αρκούσε, "να κοιμηθούμε αγκαλιά".


Κι οι αγκαλιές ερχόντουσαν όλο και πιο συχνά. Κι ας μην οδηγούσαν ποτέ σε έρωτα. Η ανάγκη για μοιρασμένο ύπνο γινόταν πιο επιτακτική. Ενώ η απουσία του έρωτα δεν μετρίαζε τούτη την ανάγκη.

Κάπου στις τρεις τα ξημερώματα, αποφασίζει να σηκωθεί από τα σκεπάσματά του. Συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να κοιμηθεί μόνος. Πηγαίνει να τη βρει. Την περιμένει στο αυτοκίνητό του, κάτω από το διαμέρισμά της. Ξέρει πως έχει βγει έξω με παρέα κι ενώ η φράση "να κοιμηθούμε αγκαλιά" δεν έχει ειπωθεί για απόψε, ωστόσο, εκείνος την περιμένει να γυρίσει.

Το σώμα του την αποζητούσε. Ένιωθε την αγκαλιά του να γεμίζει σαν μια ανεξήγητη μυστηριακή εγκυμοσύνη λες κι εκείνη ήταν το πλάσμα που κυοφορούσε.

Επιστρέφοντας την περιμένει μια έκπληξη. Εκείνος μέσα στο αυτοκίνητο την καλεί κοντά του. Κάθεται στην θέση του συνοδηγού. Κοιτιούνται στα μάτια. Κάνει μια κίνηση προς το μέρος του και τον σφίγγει επάνω της. "Να κοιμηθούμε αγκαλιά", του ψιθυρίζει με όση ανάσα της έχει απομείνει στο αυτί του. Εκείνος βάζει εμπρός την μηχανή.

Ένιωθε λειψή σαν πλάγιαζε μόνη. Πώς να του εξηγήσει ότι ένιωθε το σώμα του σαν προέκταση του δικού της κορμιού;

Ίσως, στην πράξη του ο μοιρασμένος ύπνος να κρύβει την έννοια της απόλυτης, της ειλικρινής, πιο σωστά της ιδανικής αγάπης. Σε αντίθεση με το συναίσθημα ενός πρόσκαιρου ενθουσιασμού, ή στην καλύτερη περίπτωση ενός (φλογερού) έρωτα.

Τώρα, εκείνον θα τον βρούμε σε ένα θάλαμο ενός νοσοκομείου, να συζητά με τους γιατρούς, ενώ εκείνη σε ένα δωμάτιο λευκό, με αριθμό. Μια εσπευσμένη εισαγωγή, κι εκείνος ανίκανος να καταλάβει. AIDS.

Ακόμη κι έτσι, αυτό δεν εξηγεί την αποχή τους από την σεξουαλική επαφή. "Εάν όμως του το έλεγε, ναι, εάν του το έλεγε, αν αυτό ήταν το πρόβλημα που τόσο καιρό... θα μπορούσαν ίσως... ναι... με προφυλάξεις... με τη σύμφωνη γνώμη της ιατρικής... εάν το συζητούσαν... εάν..." σκέφτεται και πηγαινοέρχεται στο θάλαμο.

Δεν υπήρξε βράδυ που να μην κοιμήθηκε στο πλάι της στην κλινική. Κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια της και τον κοιτούσε, ταραζόταν, που δεν είχε φύγει ακόμη. Κι εκείνος την κοιτούσε.

-Γιατί; ρωτούσαν τα μάτια του. Τα μάτια του μονάχα.

Ένα γιατί που ήξερε καλά πως περιέκλειε τα πάντα. "Γιατί" δεν του το είπε, "γιατί" δεν το συζήτησαν, "γιατί" δεν την άγγιξε. Κι άλλα γιατί, πολλά γιατί, και ολόκληρες προτάσεις, ενστάσεις κι αποδοχές, ενσωματωμένες σε ένα μικροσκοπικό κι άτονο γιατί.

Κι έπειτα έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της. "Να κοιμηθούμε αγκαλιά" συλλάβιζε για να την ηρεμήσει. Εκείνη έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν ύστερα για ώρες.

-Είχα ανάγκη. Την αγκαλιά σου. Το χάδι σου. Μόνο.
-Δεν καταλαβαίνω.
-Τον μοιρασμένο ύπνο.
-Ναι.

Κλείνει τα μάτια κι αποκοιμιέται πάλι.
Δεν ξύπνησε ποτέ. Ποτέ ξανά.



Το πρώτο βράδυ ξάπλωσε μόνος. Ένα στιγματισμένο κορμί που συσπάται από κραδασμούς αποτοξίνωσης. Το χάραμα αποστειρωμένος από τον θείο ιδρώτα της, είπε, πότε. Ποτέ ξανά.

Στις βραδιές που ακολούθησαν μια ασυμφωνία από σκόρπιες παρτενέρ γέμιζαν με παύσεις τη μελωδία του πενταγράμμου του. Κι ανάλογα με το κλειδί -σολ ή φα- της κάθε γυναίκας άλλαζε η τονικότητα, το tempo, ο ρυθμός... 2/4, 3/4... ενώ, μετά την εκτέλεση του κάθε κομματιού προτιμούσε να κοιμάται μόνος. Έκτοτε, δεν άφηνε το ανδρικό κορμί του να ησυχάσει πλάι σε άλλο γυναικείο.

Απόψε μια φάλτσα νότα τολμά και του ζητά να μείνει κοντά του.

-Νιώθω τόσο κουρασμένη. Να κοιμηθώ εδώ;
-Όχι. Θα σε γυρίσω εγώ πίσω.
-Έλα τώρα... γιατί... προφέρει τις λέξεις αισθησιακά, με φωνή πολλά υποσχόμενη.
-Δεν σε θέλω άλλο εδώ τώρα. Δε σ' αγαπώ.

Ούτε εκείνη τον αγαπά. Τι γελοία λόγια. Θα μπορούσε, τουλάχιστον, να προσποιηθεί πως νοιαζόταν.

Γελά ειρωνικά για ώρα. Όταν σταματά του λέει με σαρκασμό:

-Και τι νομίζεις ότι είναι η αγάπη;
- Ο μοιρασμένος ύπνος.

Στα γηρατειά του,βρήκε την σπίθα των ματιών ΕκείΝης, στα μελιά μάτια μιας χήρας. Ωστόσο, δεν της είπε τίποτα για 'κείνη. Δεν κολακεύονται οι γυναίκες σαν ξέρουν πως φέρουν την θύμιση μιας άλλης. Η γοητεία ΤοΥ, δεν τον είχε εγκαταλείψει. Ο αισθησιασμός που εξέπεμπε, η αύρα ΤοΥ, δεν είχαν φύγει με το πέρασμα των χρόνων. Η χήρα δεν μπόρεσε να δαμάσει την έλξη που ένιωσε για ΕκείνοΝ. Σαν έτοιμη από καιρό, περίμενε το σώμα που θα πέσει βαρύ πάνω στο δικό της, χωρίς καμιά διαμαρτυρία.

Την τυλίγει με τα μπράτσα του. Η χήρα περιμένει την επόμενη κίνηση. Μάταια. Δεν θα υπάρξει.

Δεν ήταν οι αντοχές του, ούτε το κορμί, η αιτία. Όχι. Δεν τον είχαν προδώσει. Ήταν που χρόνια τώρα είχε νυστάξει και δεν είχε που να μοιράσει τον ύπνο του.

Η μόνη ψευδαίσθηση που θα επιτρέψουν στον εαυτό τους, είναι τούτη. Εκείνος θα ησυχάσει θαρρώντας πως κλείνει στην αγκαλιά του ΕκείΝη, ενώ η χήρα θα αφεθεί στην εξαίσια πλάνη των χεριών που την τυλίγουν, θαρρώντας πως είναι εκείνα του άντρα της.

Έκλεισαν τα μάτια.
Δεν ξύπνησαν ποτέ. Ποτέ ξανά.

υ.γ. Με τίτλο δανεισμένο από στίχο του τραγουδιού Love του John Lennon, «Love is reachingreaching love…»