Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

Το σπίτι της λίμνης

«Με έπαιρνε τότε η μητέρα μου από το χέρι, με τύλιγε με το μακρύ πλεχτό κασκόλ της, φορούσαμε τις γαλότσες και βγαίναμε έξω. Κρατούσε ένα καλάθι γεμάτο καλούδια, για τους γείτονες απέναντι. Τον παππού Παντελή και τη γιαγιά Μελίνα. Μας χώριζε μόνο μια λίμνη.

-Τι λες μικρή μου, θα έχει παγώσει η λίμνη; με ρωτούσε κι έκλεινε το μάτι της συνωμοτικά.
Πατινάραμε πάνω στα παγωμένα νερά της. Γλιστρούσαμε ξαναμμένες ποια θα φτάσει πιο γρήγορα απέναντι. Αλλιώς θα έπρεπε να κάνουμε το γύρω της λίμνης περπατώντας. Σαν φτάναμε, η γιαγιά Μελίνα που τόση ώρα κοίταζε από το παράθυρο, τρέμοντας η ψυχή της μην τύχει και σπάσει ο πάγος, άνοιγε την πόρτα κι εγώ κρυβόμουν στα πόδια της, ανάμεσα στα φαρδιά μεγάλα φουστάνια. Ο παππούς Παντελής έπαιρνε αυστηρό τόνο στη φωνή του, που αμέσως μαλάκωνε σαν κοίταζε τη μητέρα στα μάτια. Ήταν τόσο όμορφη. 

 









-Κι εσύ, πιο μικρή κι απ’ την μικρή; Γρήγορα μέσα θα πουντιάσετε.
Πίναμε ζεστό ρόφημα μπροστά στα αναμμένα ξύλα και ακούγαμε τα νέα από την μεγάλη πόλη. Οι δυο γιοι τους, με τις οικογένειές τους, ζούσαν εκεί. Δεν τους είχαμε δει ποτέ. Τούτη η επίσκεψη, τέλειωνε πάντα με την παράκληση να είναι και φέτος μαζί μας στο χριστουγεννιάτικο δείπνο. Φεύγοντας ο παππούς Παντελής ζητούσε να σπάσω τον πάγο από το γραμματοκιβώτιο.
-Έπιασε πάλι κρυστάλλους, ανάθεμά το, και περιμένουμε κάρτες από την πόλη. 

Έτσι έλεγε και η φωνή του κόμπιαζε. Λίγες μέρες μετά έβλεπα τον ταχυδρόμο που έφερνε το δεματάκι και το έριχνε μέσα».
Τόση ώρα μιλούσε κι ούτε που είχε αγγίξει τον καφέ της. Εκείνος καθόταν αμίλητος, την κοίταζε και την άκουγε. Έτσι γινόταν συνήθως. Εκείνη πιανόταν από μια μικρή λέξη και είχε μια ολόκληρη ιστορία πίσω από αυτήν να του αποκαλύψει.
–σε ζάλισα… η ‘ευφράδειά’ μου δεν έχει όρια… είπε, και γέλασε ανύποπτα.
-όχι.

Στριφογύρισε την κούπα του καφέ μπρος τα χείλη της. Νιώθανε περίεργα κι ας μην μιλούσαν γι’ αυτό. Για τον αποχωρισμό. Όχι των Χριστουγέννων, τον άλλο, τον πιο μακρύ. Και αυτήν η μανία της να φλυαρεί, προσπαθώντας να καλύψει τα κενά της σιωπής, την εξουθένωνε.
-ξέρεις εγώ πως το ονειρεύομαι;
-πώς;
-με πολλά δωμάτια… και… ένα μεγάλο ξεχωριστό γραφείο για ‘σένα, δικό σου
-συνέχισε
-και καθιστικό, για την οικογένεια όλη, να μαζευόμαστε, να γελάμε, να πειραζόμαστε, να αγκαλιαζόμαστε…
-με τζάκι στο κέντρο, γυάλινο γύρω-γύρω
-ναι… και με τζάκι σε κάθε δωμάτιο
-σε κάθε;
-ναι
-υπερβολή
-όχι, άσε με στην υπερβολή μου
-σε αφήνω
-και ξύλο μέσα, κέδρος οπωσδήποτε, να μυρίζει όμορφα…
- …
-και πηγάδι μέσα στην κουζίνα
- …
-και σοφίτες στις 2 κρεβατοκάμαρες, σίγουρα σοφίτες… και ξενώνα για φίλους… και…
-και να σου πω;
-ναι
-όλα αυτά θα είναι πάνω σε δεντρόσπιτο; γιατί αυτό ήταν το όνειρό σου.
-ναι, και… και στάβλο με άλογο… και 2 πόνι για τα μικρά μας… και… αλήθεια εμένα μπορεί να με αντέξει ένα πόνι;
Τραβάει την καρέκλα του πιο πίσω να την δει, να την μετρήσει με το μάτι. Παρασύρεται σε γέλιο πειραχτικό. Και πώς να μην; Το ύφος της σοβαρό λες και επρόκειτο για απάντηση υψίστης σημασίας.
-νομίζω ναι
-ουφ
Κλείνει τα μάτια του, σφιχτά.
-Γιατί σφαλίζεις τα μάτια σου;
-Μμμ… το φαντάζομαι.

Δεν του το είπε κι ας το είδε. Πρόλαβε τη συγνώμη του στα βλέφαρα που ‘κλείναν. Σαν να ‘λεγαν συγνώμη. Συγνώμη που το όνειρό σου δεν είναι και δικό μου. 


 Βγαίνοντας από το καφενεδάκι τον τραβάει από το χέρι. Μπαίνουν μέσα σε ένα από αυτά τα ζεστά μαγαζάκια με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ξέπιασε τα δάχτυλά της από τα δικά του υπενθυμίζοντας το σκοπό τους. Δώρα για τους συγγενείς. Ανάμεσα στις χάρτινες σακούλες με τα ξύλινα τραινάκια, τα διακοσμητικά κουκουνάρια και τα αγγελάκια με τα χρυσά φτερά, ένα μικρό μπλε κουτί. Μερικές μπάλες, ανόμοιες μεταξύ τους. Έτσι τις ήθελε. Για ‘κείνον.
Στην έξοδο, εκείνος τούτη τη φορά, ψάχνει για τα δάχτυλά της. Της περνάει στο χέρι έναν φάκελο. Παραμερίζει τις σακούλες και τον ανοίγει. Μια χριστουγεννιάτικη κάρτα, από εκείνες τις πολύ παλιές, τις ξεχασμένες. Με αφιέρωση, για εκείνην. Διαμαντάκι που κυλά στο μάγουλό της.

-Τώρα γιατί έτσι;
-Γιατί… εε… να… οι παππούδες δεν υπάρχουν πια και το σπίτι παραμένει κλειστό.
-Κι όμως δεν είναι αυτό. Τι άλλο;
-Για όλες αυτές τις κάρτες που χρόνο με το χρόνο θα μου στερείς.
-Αν είναι για αυτό…
-Ναι, γι’ αυτό είναι.
-Τότε υπόσχομαι να μη σου λείψει καμία.

Κουμπώνει το γιακά από το παλτό της. Τα χέρια της τρέμουν.

–Και πού θα μου τις στέλνεις;
-Απέναντι, στο σπίτι της λίμνης.
-Δεν θα τυπώσεις ποτέ τη διεύθυνση του αποστολέα. Υποσχέσου.
-Ναι.









Έξω μυρίζει παγωνιά. Παντού γύρω λευκό. Στο στάβλο το άλογο απέκτησε παρέα, ένα μικρό πόνι. Η καμινάδα καπνίζει βαριά δίχως σταματημό. Εκείνη ετοιμάζεται να βγει. Παίρνει δυο ζευγάρια γαλότσες. Στον καλόγερο περιμένει κρεμασμένο το κασκόλ. Μες την παλάμη της κλείνει μια χούφτα τρυφερά δαχτυλάκια.
-Τι λες μικρή μου, θα έχει παγώσει η λίμνη; ρωτάει και κλείνει το μάτι συνωμοτικά.











υ.γ. Το γραμματοκιβώτιο εξακολουθεί να παγώνει κάθε χρόνο. Μέχρι τη στιγμή που φτάνει ‘κείνο το δεματάκι, το δίχως αποστολέα. Τότε, ακόμη και τα πιο επίμονα κρύσταλλα λιώνουν στη θέρμη των δαχτύλων της. Το μόνο που δεν κατάφερε να απομακρύνει, είναι το διαμαντάκι. Ακόμη και σήμερα επιμένει να λαμπυρίζει στο μάγουλό της.




Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Αγάπη στις καρδιές σας και ευτυχία στην ψυχή. Τούτα τα δύσκολα σας εύχομαι. Και μια προσπάθεια, να φέρουμε του μακρινούς αγαπημένους λιγάκι πιο κοντά, και τους κοντινούς κοντύτερα, ναι;