Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

Χαμογελώ σου !

Μια γυναίκα, μια όμορφη γυναίκα.
Καλοκαίρι. Διακοπές. Επιστροφή.
Άσφαλτος. Αυτοκίνητα. Ασυνείδητοι οδηγοί.
Νοσοκομεία. Χειρουργικές επεμβάσεις διαδοχικές. 4; 5; Κάπου σταμάτησα να μετράω.
Δικαστήρια. Αναβολή στην αναβολή.
Κώμα. Προσευχές. Ο καρδιογράφος σταμάτησε να μουτζουρώνει τις γραμμές.
Κλινικά νεκρή.
Η γυναίκα. Πάντοτε η όμορφη γυναίκα.





Μια άλλη γυναίκα. Όμορφη κι εκείνη.
Τρέχει. Να βρει γιατρούς και καλά νοσοκομεία.
Για την πρώτη κυρία αγωνιά. Παλεύει. Αγωνίζεται.
Στεναχωριέται. Ελπίζει. Προσεύχεται.
Όλα για την πρώτη κυρία τα κάνει.
Γιατροί. Όλοι τα ίδια λένε.
Δάκρυα.
Λόγια; Ποια λόγια; Τι να πει;
Σε ποιον; Και ποιον να παρηγορήσει πρώτα;



Το μικρό κοριτσάκι κλαίει.
«Στο θεούλη μου, προσευχή».
-Στο θεούλη-
Να γίνει η πρώτη κυρία καλά.
Να μην τρέχει η δεύτερη κυρία.
«Αν πάρεις κοντά σου την πρώτη κυρία, η δεύτερη κυρία δεν θα αντέξει. Ακούς»;


Κι ένα φόρεμα.
Καναρινί.
Το φοράει και μυρίζει μανούλα.
Που όλο λείπει. Και λείπει. Ξανά. Λείπει.
Έρχεται για λίγο μονάχα. Δυο αλλαξιές ρούχα.
Κι ένα φιλί στα τρυφερά μάγουλα τα παιδικά.


Το κοριτσάκι ξυπνά.
Σήμερα της είχε υποσχεθεί μια μέρα όλη δική τους.
Στην καρέκλα μονάχα ένα φόρεμα.

«Η μαμά; Είναι εδώ η μαμά»;
«Όχι αγάπη μου. Ήρθε κι έφυγε πάλι».
«Μαμάααα… ψέματα. Μου λες ψέματα. Είδα το φόρεμα. Μαμά… που είσαι μαμάααα…;»


Χρόνος. Πέρασε κι άλλος χρόνος. Κι άλλος.
Οι γιατροί. είπανε πως η πρώτη κυρία, η όμορφη, δεν ζει.
Η δεύτερη κυρία, το ίδιο όμορφη, έχυσε ένα δάκρυ.
Που γίνηκε ποτάμι. Που γίνηκε θάλασσα. Κύματα αγριεμένα.
Κι ύστερα πλημμύρες. Που αντάριασαν όλα τα μέλη. Χείλη και μάτια. Γίνανε κόκκινα.
Η πίστη δοκιμάστηκε.

Κι είπε «Θεέ μου εσύ ξέρεις».
Κι ο θεός άκουσε.
Κι η πρώτη κυρία έγινε καλά.
Κι οι γιατροί είπανε θαύμα.
Κι όσοι δεν πίστευαν γίνηκαν πιστοί.

Όταν η πρώτη κυρία, η όμορφη, μίλησε για πρώτη φορά
είπε τούτο «Ζωντανή ήμουν και σας άκουγα».
Ξανά, δάκρυσε, η δεύτερη κυρία, το ίδιο όμορφη κι αυτή.
«Οι γιατροί έλεγαν είχα πεθάνει. Εγώ -όχι- έλεγα».
«Έλεγα -όχι- Είμαι ζωντανή».


Το μικρό κοριτσάκι είδε την πρώτη κυρία.
Το δεξί της μάτι διαγώνια πεσμένο. Μια μικρή λακουβίτσα και ράμματα στο κεφάλι.
Το ήξερε από πριν.
Μα, άλλο να το ξέρεις κι άλλο να το βλέπεις.
Πόνεσε η καρδούλα του.
«Είναι καλά θεούλη μου», είπε και δόξασε.





Δεκατέσσερα χρόνια μετά.
Η πρώτη κυρία, είναι ακόμη όμορφη.
Παρά τους πόνους, και τα προβλήματα που επιφέρει ένα τέτοιο χτύπημα.
Παρά τις εισαγωγές και τις εξαγωγές από τα νοσοκομεία και τα ιατρικά κέντρα. Παρά τα φάρμακα. Τα βαριά παυσίπονα.
Η δεύτερη κυρία, το ίδιο όμορφη, εξακολουθεί να την φροντίζει.
Να την τρέχει στους γιατρούς. Να ελπίζει, να προσεύχεται.

Ένα αγόρι, με γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά.
Κάποτε ήταν όμορφο. Πολύ.
Στεναχωρεί, με τις πράξεις του, την πρώτη και την δεύτερη
κυρία.
« …… παιδί μου σε αρρώστησαν, δεν το βλέπεις;»
Το παλικάρι παλεύει να κρατηθεί στη ζωή.
Δεν τον αφήνουν τα νοθευμένα τούτης της κοινωνίας.


Η πρώτη κυρία ανήμπορη.
Η δεύτερη κυρία πάντα τρέχει για όλα.
Από αγάπη.

Το μικρό κοριτσάκι μεγάλωσε πια. Έγινε γυναίκα.
Είναι πάντα εκεί. Δίπλα. Σε όλες τις καταστάσεις.



«Μ’ αγαπάς;» ρωτάει η πρώτη κυρία το κοριτσάκι που γίνηκε μεγάλο.
«Σ’ αγαπώ. Ναι. Ναι. Ναι».

Το βλέμμα της πρώτης κυρίας χάνεται.
Σκέφτεται.
Σταγονίτσες κυλούν.

«Δεν θέλω να σκέφτεσαι όμως», λέει το μεγάλο κορίτσι, «μη σκέφτεσαι άσχημα πράγματα».
«Κι εγώ σ’ αγαπώ», απαντά η πρώτη κυρία.
«Είσαι όμορφη», λέει το μεγάλο κορίτσι και κοιτάζει το δεξί της μάτι που είναι διαγώνια πεσμένο, «είσαι τόσο όμορφη».
υ.γ.1 Η πρώτη κυρία μου πλέκει με το βελονάκι ένα κασκόλ για τον χειμώνα που έρχεται.

υ.γ.2 Η δεύτερη κυρία μου μαθαίνει να πλέκω εγώ με το βελονάκι.
υ.γ.3 Το κοριτσάκι, που γίνηκε μεγάλο -αν τύχει και το δεις- χαμογελάει.

Ω... πόση δύναμη παίρνει για ένα καλοσχηματισμένο χαμόγελο.
Ω... πόσο κουράγιο.


Εδώ έχει πάντα χαμόγελο. Εκεί;


Για εκείνους τους ανθρώπους των ιστολογιών που ανταμώσαμε από κοντά, τώρα το καλοκαίρι, αλλά και πιο πριν, το χειμώνα, τούτα έχω να πω.

Ένα ευχαριστώ σε αυτούς που θέλησαν να με συναντήσουν. Και με αγκάλιασαν.
Ένα συγνώμη σε αυτούς που το αρνήθηκα. Και δεν μου θύμωσαν.
Ένα ευχαριστώ μαζί με ένα συγνώμη σε αυτούς που προέκυψε να συναντηθούμε, χωρίς να υπάρχει πρόθεση, μήτε συνενοχή.

H επιλογή των ανθρώπων που εκάστοτε ανταμώνω, δε σημαίνει απαξίωση των υπολοίπων. Μονάχα υποψία στο ταίριασμα των ψυχών.

υ.γ.4 Αφορμή στάθηκε μια ανάρτηση, για την αφεντιά μου. Από αυτές που κρίνονται ως αποδοκιμαστικές. Εάν αναφερόταν και ονομαστικά, πέρα από τους υπαινιγμούς και τα σύμβολα, θα καρφιτσωνόταν και εδώ στα δεξιά μαζί με όλες τις άλλες. Αν στόχος ήταν να πικραθώ, δεν επιτεύχθηκε. Για το μόνο που λυπάμαι είναι που ένιωσες την ανάγκη να ασχοληθείς μαζί μου. Να είσαι κι εσύ καλά, γιατί σίγουρα έχεις κι εσύ τις δικές σου στεναχώριες. Εγώ, ωστόσο, δεν θα σε κρίνω. Ούτε τις επιλογές σου, ούτε τον τρόπο ζωής σου. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Δεν σε ξέρω.


Πώς αλλιώς;
Εδώ έχει πάντα χαμόγελο.
Εκεί;


Μουσική επιλογή: Amelie ~ Soir De Fete, Dave Thomas ~ La Valse Des Monstres, Amelie ~ La Rede Couverte Yann Tiersen