Πέμπτη, Αυγούστου 28, 2008

Δυσδαιμόνα

Η Κλειώ, χωμένη στις ανασκαφές της, ξεσκεπάζει τα παλιά ευρήματα στην πόλη του Ασκληπιού. Και πιο πολύ ξεθάβει τα αγαλματίδια της ζωής της...

Και κάθε φορά που κατέβαινες σε τούτη την πόλη, σου ζητούσα να μου φέρεις ένα ξερό πεσμένο φύλλο. Με το που θα γυρνούσες, στην μισερή για 'μένα Θεσσαλονίκη, να μου φέρεις το φθινόπωρο. Nα ριγήσουν τα φύλλα των κορμών μας, στο θρόισμα των ανασών μας. Κι εσύ, δεν αμελούσες. Πάντα μου έφερνες το φύλλο που ζητούσα.

Θυμάσαι;

Ένα ξερό κιτρινισμένο φύλλο, τίποτα άλλο δεν ζητούσα.
Εύθραυστο, σαν την πληγή σου που κρατούσα στα χέρια μου. Μα, κι εσύ, στα χέρια σου μου έφερνες το φύλλο. Εύθραυστο καθώς ήταν.

Και δεν αναρωτήθηκα ποτέ μου -τόσο ταξίδι δεν κουράστηκες να το βαστάς, να μου το φέρεις; Να μην το θρυμματίσεις και θρυμματιστώ; Και δεν αναρωτήθηκες ποτέ σου -τόσες πληγές, πώς άντεχα να στις κεντώ; Να σου τις κλείνω;

Ψάξε να βρεις το φύλλο που θα μου 'φερνες, να σου θυμίσει, πως 'κείνη δεν ταίριαζε στα φύλλα του κλαδιού σου.

Η Κλειώ εγκυμονεί πιότερες αλλεργίες κι από το έαρ. Θερίζει πιότερες χαρές, όπως τα στάχυα, το θέρος.
Η Κλειώ πιότερο μελαγχολική του φθινοπώρου.Πιότερο κρύα του χειμώνος.

Δεν έχει φύλλα για φέτος να σου ζητήσω. Μούσκεψαν στις λίμνες των ματιών μου, γινήκανε λίπασμα, φύτρωσαν δέντρο καινό. Της φιλίας. Που όμορφα την ποτίζουμε να μη χαλάσει.

Στέκεται κάτω από τον ήλιο, ξεσκονίζει τις πέτρες. Πιάνει με τα δάχτυλά της κάθε ανάγλυφο σημάδι. Είτε σχισμή. Είτε εξόγωμα. Είτε ράγισμα. Γαλήνια μέσα στις σκέψεις της.

Έλα δέντρο, άπλωσε το κλαδί σου και πες Του...
Πριν τεντώσει τα αυτιά Του να α
κούσει τον διθύραμβό Μου...
Έλα και ως εξάρχων πες Του...
Είναι που Εκείνος δεν θέλει να φέρει μονάχα φύλλα ξερά...

Μίλα Του για τους μήνες μου...
τον Ποσειδεώνα Μου που με κάνει μια γόνιμη Γη, βλαστίζω και σκορπάω τους χυμούς μου...
τον Γαμηλιώνα Μου που νυμφεύομαι τον έρωτα και λοξοδρομώ...
τον Ανθεστηριώνα Μου που θρηνώ για τον θάνατο της αγάπης Μου... και πίνω το κρασί...
Δίδαξέ Του πως μια Τραγωδία χωρίζεται σε κατά ποιόν μέρη...
Μύθος: την σύνθεση των όσων απαρτίζουν την ζωή Μου, πριν Εκείνος μπει στο σενάριό μου και εξελιχθεί στην υπόθεση του έργου Μου...
Ήθος: τα λόγια και τις πράξεις των δρώντων προσώπων του βίου Μου που έχουν καταλυτική επίδραση πάνω Μου...
Διάνοια: τις ιδέες των δρώντων γονιών Μου και την διαφοροποίηση των απόψεων των μελών της οικογένειάς Μου...
Λέξις: την γλώσσα και το ύφος του δικού Μου ψυχισμού...
Μελοποιΐα: τη μουσική που συνάδει με το όλο Μου...
Όψις: την σκηνική παράσταση του έργου στου οποίου θέλει να γίνει θιασώτης...

Ακόμη δίδαξέ Του τα στοιχεία του Μύθου Μου...
Τραγική ειρωνεία: θα είναι γνώστης της κατάστασης ως θεατής Μου, μα εγώ, το κατεξοχήν δρων πρόσωπο, δεν θα είμαι...
Θέσις: όταν ο μύθος Μας πλεχτεί, η ευτυχία και η δυστυχία Μας θα αγγίζουν τα άκρα και την κορύφωση...
Λύσις: μια μεταβολή της θέσις, που θα ακολουθεί την κορύφωσή Μας και θα λύνει τις όποιες διαφορές Μας...
Κι αν μετά από όλα τούτα, επιμένει να έρθει, να ακούσει τον διθύραμβό Μου... ας έρθει...
Εσύ ότι ήταν να Του πεις... Του πες...
Κάθεται και σκαλίζει... αφαιρεί την σκόνη από τα ιστορικά ευρήματα όταν ακούει να την φωνάζουν: "Κλειώωω... πρέπει να συντομεύουμε... ο ήλιος καίει..."

Το ξέρω πως φταίω...
Εγώ Του ζήτησα να παίξει...
Μα, δεν Του είπα πως θα ανεβάζαμε τη Δυσδαιμόνα...
 


υ.γ. Ερωτικέ μου, νά πώς με αντέχει... δέν με αντέχει... και πώς με διακριτικότητα υπέθεσες ότι θα με άντεχες εσύ;

Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

Κυβέλη

Η θεία Κυβέλη βρήκε το πορτοπαράθυρο από το κουζινάκι ανοιχτό και πέρασε μέσα. "Μεσημέριασε και δεν φάνηκες ακόμη. Που είσαι;" φώναξε, μα απάντηση δεν πήρε. Την βρήκε ξαπλωμένη στο δώμα της. "Η κοιμωμένη του Χαλεπά" είπε αστειευόμενη. Ήταν ένα παιχνιδάκι τους από παλιά. Στο άκουσμα αυτής της φράσης η Υακίνθη δεν βαστούσε κι έσκαγε ένα χαμόγελο, όχι όμως κι αυτήν την φορά.

Είδε τις πατούσε της και κατάλαβε. "Είσαι ένα αγριοκάτσικο, το ξέρεις;" είπε κάπως πιο δυνατά, μήπως και τα καταφέρει, μα το χαμόγελο ακόμα να κάνει την εμφάνισή του. Με λίγο μπαμπάκι και μπεταντίν καθάρισε τις πατούσες της. "Ο άντρας είναι σαν το καράβι κόρη μου, όσα πελάγη κι αν διασχίσει πάντα δένει στο λιμάνι." Η Υακίνθη έσμιξε τα φρύδια. Δεν της άρεσαν καθόλου τούτα τα λόγια. "Και η γυναίκα, τι θαρρείς πως είναι; Μια φρεγάτα..." αποτέλειωσε την κουβέντα της η θεία Κυβέλη και την φίλησε στο μέτωπο.

Κατευθυνόμενη προς το κουζινάκι και λίγο πριν βγει ξανά από το πορτοπαράθυρο, φωνάζει: "Όταν ξυπνήσεις κι αν ακόμη το θυμάσαι, σου 'χω δυο λέξεις του πατέρα σου, αφημένες στο πεζούλι, πλάϊ στον βασιλικό. "

Η Υακίνθη ανοίγει τα μάτια, σηκώνεται όρθια, κάνει δυο βήματα, βογκά. Είχε ξεχάσει τις πατούσες της. Τώρα τρέχει, φτάνει στον βασιλικό, αρπάζει το γράμμα, βλέπει το γραφικό χαρακτήρα, μένει βουβή. Στητή. Μόνη.
Κυλά ένα δάκρυ. Χαράς. Απότομα. Κυλά απότομα. Το δάκρυ φτάνει στα χείλη. Το γλείφει. Μηχανικά. Η γεύση. Στυφή. Αλμυρή. Συνεχίζει. Το γεύεται.

Το γράμμα στα χέρια της. Το ξεδιπλώνει. Τρέμουν. Τα χέρια τρέμουν. Τρέμει. Το σώμα τρέμει. Η ψυχή τρέμει. Βογκά. Οι πατούσες πονούν ακόμη. Μήπως δεν είναι οι πατούσες;

"Μια λέξη. Μονάχα. Που δεν τολμούν τα χείλη να προφέρουν, δεν βαστά το βλέμμα να απαιτήσει, δεν μπορούν τα χέρια να διεκδικήσουν, "έλα..." Μία λέξη. Τρία γράμματα. Τόσο μικρή, μα στ' αλήθεια τόσο μεγάλη που πονάει. Δεν μπορώ να την βαστάξω μόνος μου, "έλα...", φέρε ψυχή και σώμα μαζί, το δικό μου σώμα, μόνο του, γέρνει. Φέρε τα χέρια σου να την χτίσουμε. Φέρε το βλέμμα σου να την χρωματίσουμε. Φέρε τα χείλη σου να την ποτίσουμε. Να ανθίσει, να γίνει ο καρπός μας βλαστάρι, να ανθίσει, "έλα..."

Έπειτα, άλλη μια λέξη, "φύγε...". Αυτήν δεν την καλώ. Αγριόχορτο είναι και φυτρώνει όπου βρει. Πόσα χέρια να 'χω για να ξεχορταριάσω; Μου λες; Τόσα... Όσα... Πόσα...; Πες μου!

"Φύγε..."
γιατί σ'αγαπώ.

"Φύγε..."
γιατί μ'αγαπώ.

"Φύγε..."
γιατί δεν κλίνεται το αγαπώ.


τότε... τώρα... μετά...

τρεις παράμετροι που στο διάβα τους δεν θα συναντηθούν ποτέ.


έλα... φύγε...

κράτα όποια λέξη σου
ταιριάζει, κι ύστερα έλα να σου την ξεδιαλύνω. Μα πρώτα διάλεξε.

Ενίοτε, οι άνθρωποι λένε το αντίθετο από αυτό που ποθούν.
Κι εάν διάλεξες το έ... λ... α.... μάθε πως...
έ
φυγα... λείπω... απέχω...


Κι εάν διάλεξες το

φ...
υ... γ... ε... νιώσε πως...

φ
ωνάζω... υπόκωφα... γρήγορα... έλα...


Μα κάνε να μην πω ποτέ μήτε φύγε μήτε έλα."

"Αχ, θειούλα μου, εσύ έγραψες το γράμμα... για μια στιγμή, πράγματι, με ξεγέλασες, και πίστεψα πως...". Διαβάζει. Διαβάζει ξανά. Πάλι και πάλι, ξανά και πάλι. Διαβάζει. Διπλώνει το γράμμα. Πρώτα στα δυο. Ύστερα στα τέσσερα. Δύο κι άλλα δύο. Σύνολο τέσσερα. Τα δάκρυα που γλείφει.

υ.γ. Αφιερωμένο σεμνά και ταπεινά στους γονείς μου.

Εξ υακίνθων, ουαί, ουκ εξ ακανθών

(Όταν έχεις καλούς φίλους που σε νοιάζονται ξαναβρίσκεις ακόμη και χαμένες αναρτήσεις! Ο Γιώργος, λοιπόν, με ενημέρωσε πως το google κρατάει στην μνήμη του για κάποιο διάστημα τα κείμενα. Το έψαξε, μου το ξαναέστειλε και να το!)

Με ευχάριστες νότες λεβάντας είχε ποτίσει το φόρεμά της και το είχε κρεμάσει πλάι στο ντιβάνι.

Στους καρπούς της είχε αλοίψει λάδι γιασεμιού, ενώ τα μαλλιά της, λουσμένα με ανθόμελο και χαμομήλι, σκόρπιζαν το άρωμά τους στο χώρο. Κι εκείνη ανησυχούσε μήπως δεν μείνει ούτε μια στάλα για 'κείνον, που τόσο του άρεσε να πλέκει τα χέρια του στα μακριά της μαλλιά κι έπειτα να την τραβάει τρυφερά κοντά του, να εγκλωβίσει λίγο από την μυρωδιά τους μέσα στα ρουθούνια του. Κι είχε επιθυμήσει εκείνο το φιλί, που επακολουθούσε, στη βάση του λαιμού της.


Σκαρφάλωσε στη ράχη του λόφου καρτερώντας το καράβι, να το δει να λικνίζεται, και λίγο πριν δέσει στο γυαλό εκείνη θα τον πρόφταινε στην προβλήτα. Ο αέρας ανέμιζε το μαβί πανί του φουστανιού της, ενώ ο ήλιος παιχνίδιζε με τις αντανακλάσεις από το χαλκαδάκι που κρατούσε στα χέρια της, δώρο για 'κείνον.


Το δείλι πήρε τη θέση του, κι ύστερα το φεγγάρι, μα το πλοιάριο δεν είχε φανεί ακόμη. Κι ύστερα είδε από μακριά τον κυρ-Νικόλα και κατάλαβε... κρατούσε στα χέρια το τηλεγράφημα.
Μην περιμένεις. Στοπ. Δεν θα φανώ. Στοπ. Φορτώσαμε εμπόρευμα από άλλο λιμάνι. Στοπ. Φιλί. Στοπ. Τίτος. Στοπ.


"Ανάθεμά σε" και πέταξε το χαλκαδάκι στο νερό. "Θάλασσα πλανεύτρα, μου τον πήρες..." μονολόγησε, "χάρισμά σου..." κι έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια της.


Περπάτησε έως το σπίτι ξυπόλητη, έτσι σαν μικρό παιδί, από πείσμα για 'κείνον, να έχει να λέει για τις παιδικές αντιδράσεις της. Μάζεψε τα μαλλιά της ουρά, να μην τα ξαναγγίξει ποτέ του, και μόλις έφτασε στον κήπο, άφησε το φόρεμά της στην τριανταφυλλιά.


Το βλέμμα της πετάρισε στους υακίνθους, μαβί, ροζ κι άσπρο, τα χρώματά τους, σαν το φουστάνι της.


"Εξ υακίνθων ουαί εξ ακανθών" σιγομουρμούρησε...


Η Υακίνθη θα μπει μέσα στο δώμα της. Ένα συνονθύλευμα από λεβάντα με γιασεμί κι ένα κράμα από ανθόμελο με χαμομήλι θα τρυπώσει μειλίχια στα ρουθούνια της. Έπειτα, θα ξαπλώσει στο ντιβάνι, φορώντας ένα λευκό ξεχασμένο πουκάμισο.


Όταν ξυπνήσει τα γδαρσίματα από τις γυμνές της πατούσες θα έχουν γιάνει...



υ.γ. Αφιερωμένο με σεβασμό στον Πρωτόπλαστο, μια μικρή και κάπως αργοπορημένη ανταπόδωση ως προς την δική του αφιέρωση.