Κυριακή, Μαΐου 09, 2021

Σάββατο, Φεβρουαρίου 27, 2021

Τι θες κορίτσι μου;

 

 Δεν την έπρηζε. Κυρίως αυτό. Δεν την έπρηζε. Τι θες κορίτσι μου; της έλεγε και σκάλωνε. Ναι, σωστά, σκάλωνε σαν άπειρο εικοσαράκι κι ας ήταν μια δεκαετία πάνω και βάλε.

Δεν είχε χρόνο για απαιτήσεις. Δεν είχε χρόνο για καβγάδες. Δεν είχε χρόνο για εξηγήσεις. Δεν είχε χρόνο για τίποτε πέρα από τη ζωή της και τη δουλειά της. Κι εκείνος δε ζητούσε να γίνει στοιχείο της. Δεν είχε αξιώσεις. Ίσως να μην είχε κι εκείνος χρόνο. Ή, ίσως να είχε το δικό του. Γιατί όχι; Τη δική του ζωή. Ναι, άλλωστε, ναι.

Τι θες κορίτσι μου; κι έλιωνε. Δεν ήταν η  προσθήκη της λέξης μου στο κορίτσι. Το μου δεν έπαιζε κανένα ρόλο μέσα σε όλο αυτό το λιώσιμο. Ούτε το κορίτσι ήταν η λέξη που την εξίταρε. Τι ήταν αυτό που την τρέλαινε τότε; Δεν είχε απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Δεν είχε χρόνο για να το σκεφτεί. Ο χρόνος της ήταν πιεσμένος ανάμεσα σε τόσα σκόρπια μισάωρα για εξωτερικές υποχρεώσεις, εξοφλήσεις λογαριασμών και δουλειές του σπιτιού, δεκάλεπτα διαλείμματα για τουαλέτα και νερό, αλλαγές πάνας και παραμυθοτραγούδια, χρονομετρημένα τέταρτα για το πηγαινέλα στο σχολείο ή για τη μεσημεριανή βρώσι και απανωτές δίωρες διαδικτυακές εργασιακές υποχρεώσεις, όλα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Μια φορά πέρασε αστραπιαία από το μυαλό της η επιθυμία να αναλογιστεί το τί, γιατί ένιωθε έτσι και η συνειδητή σκέψη διακόπηκε απότομα από το επόμενο κομμάτι χρόνου που έπαιρνε σειρά στο ημερήσιο πρόγραμμά της.

Ίσως να ήταν αυτό το Τι θες; που ζάλιζε τη σκέψη της. Εκείνο το Tι θες, όχι της υποταγής. Πώς θα μπορούσε άλλωστε μία απευθείας βλεμματική επαφή και η εκφορά ενός Τι θες κορίτσι μου; να αποτελεί γονυκλισία και όχι η παραδοχή της απόλυτης κυριαρχίας; Τι θες κορίτσι μου; είμαι εγώ εδώ για να στο δώσω. Εγώ, ο απόλυτος υπεύθυνος, για αυτό σου το συναίσθημα, γι' αυτή σου τη μέθη, το δάγκωμα των χειλιών, τον χτύπο.


Τι θες κορίτσι μου; όταν η μόνη απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το Εσένα. 

Κι εγώ εσένα θέλω. Το μυαλό σου. Το κορμί σου. 

Ε σ έ ν α.

Τώρα.

 

Στον Ε. Είναι ωραίο να βιώνεις τον έρωτα όπως και πρώτα. 

 

Μουσική επένδυση: Hooverphonic ~ Mad about you

Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2020

η Μοίρα

 
Τη Μοίρα τη γνώρισα κάπου δύο χρόνια πριν. Μου συστήθηκε ένα βράδυ. Το βράδυ της δεκάτης ενάτης  Ιανουαρίου. Είχε την πλάτη της  γυρισμένη  και απ' όσο θυμάμαι φορούσε κάτι στο λαιμό. Κάτι μου είπε για μια καρφίτσα κι ύστερα βιαζόταν να φύγει μη τύχει και γυρίσει ο κύριος στο σπίτι και δεν τη βρει εκεί. Κατάλαβα. Δεν τη ρώτησα τίποτε, άλλωστε βιαζόταν. Εξάλλου δεν το έχω συνήθειο να ρωτώ. Άλλοτε τη φέρνω εγώ στο νου μου, κάποτε-κάποτε έρχεται από μόνη της. Μου αφήνει δυο - τρεις κουβέντες, ύστερα φεύγει ξανά. Πολύ το θέλω εκεί που ψήνω τον καφέ μου το πρωί, προτού προλάβουν και ξυπνήσουν τα αγόρια, να λέγαμε δυο κουβέντες ακόμη.

Πέρασε καιρός δίχως να γυμνάσω τους συγγραφικούς μου μυς. Εδώ να είμαστε να τα λέμε...

 

Μουσική επένδυση: Τα παλιά παιχνίδια ~ Αγγελική Μισαηλίδου

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2020

Για το σήμερα

Είναι φίλη σου και τη βλέπεις που ταλαιπωρείται. Που εσωτερικά ξοδεύεται σε μια σχέση που δε βγάζει πουθενά. Που θέλει ό,τι έχεις κι εσύ. Οικογένεια, παιδιά και μια δική της δουλειά. Την τελευταία φορά που βρεθήκατε της είπες  Μόλις περάσεις τον ποταμό και βρεθείς στην απέναντι όχθη,  θα πεις,  καλά δεν ήμουνα και πριν; Δεν είναι αυτά που έχεις, είναι πώς νιώθεις για αυτά που έχεις.

Ύστερα θυμάσαι. Όλη σου τη ζωή αγωνιζόσουν για να φτάσεις στο σήμερα.


Καλοκαίρι καιρός. Ιούλης μήνας. Ημέρα της Αγίας Μαρίνας που θυμήθηκες ότι σε έσωσε από βέβαιο θάνατο όταν ήσουν πιτσιρικάκι. Την ίδια ημέρα, χρόνια μετά, κολυμπάς μόνη σου και αναπνέεις το θαλασσινό αέρα, ο ίδιος αέρας που μεταφέρει στα ρουθούνια σου κάθε μάρκας αντηλιακό κι ο ήλιος βαθαίνει την απόχρωση του δέρματός σου. "Slow down", είπες στον εαυτό σου. Κουράστηκες. Τώρα μπορείς να σταματήσεις να τρέχεις. Αυτήν είναι η στιγμή. Όλοι οι κόποι για το σήμερα. Και να που το σήμερα ήρθε.

Και νιώθεις το στήθος σου να κατεβάζει γάλα κι ας είσαι μέσα στο νερό. Και νιώθεις το μωρό σου να αναζητά τη ρώγα. Και νιώθεις το κλάμα του μεγαλύτερου που θέλει λίγο ακόμη παραλία, και λίγο ακόμη ήλιο, και λίγο ακόμη παιχνίδι και αυτό το λίγο ακόμη το θέλει τώρα γιατί το αύριο του φαντάζει πολύ μακρινό, όπως φάνταζε σε εσένα το σήμερα, αλλά να που το σήμερα έφτασε και είναι εδώ και είναι δικό σου.



Πιάσε το. Πιάνεται το σήμερα; Ναι πιάνεται. Για πόσο; Για λίγο ακόμη.
Μουσική επιλογή: Monika ~ Bloody something 

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες


νο.1 

Ο Αντωνάκης που τσακίστηκε από την καρυδιά κι έμεινε παράλυτος. Ο Αντωνάκης. Που αν τη ρωτούσες να σου πει πέντε ονόματα ανθρώπων αεικίνητων, ο Αντωνάκης ήταν ένας από αυτούς. Τα καλύτερα τραπέζια, τα καλύτερα φαγητά, από τα χέρια του Αντωνάκη. Τον θυμόταν πάντα με την ολοστρόγγυλη κοιλίτσα του, το περιποιημένο του μουστάκι και τα κοντοψαλιδισμένα γένια του. Και τα πειράγματά του είχαν πάντα παραλήπτη τη γυναίκα του την Παρθένα. Τη γυναίκα του την πόντια, που μπορεί να την πείραζε αλλά την αγαπούσε. Τι κάνουν ο Αντώνης και η Παρθένα, ρώτησε τους γονείς της ένα Κυριακάτικο απομεσήμερο και το καλά που ήρθε ως απάντηση δε σχημάτισε καμία εικόνα της νέας τους πραγματικότητας στο μυαλό της.

νο.2

Η γειτόνισσα. Κάθε χρόνο έκοβε αγκάθινα στεφάνια τα οποία έφερνε από το χωριό της. Δεν την είχε ρωτήσει τότε -την πρώτη φορά, ποιο ήταν αυτό το χωριό και τρία χρόνια μετά θα ήταν παράταιρο να ρωτήσει. Τα έδινε σε όλες τις γειτόνισες του ορόφου αυτήν την εποχή και όλες τους το κρεμούσαν στο φωτιστικό επάνω από την πόρτα τους. Αυτό το κοινό θέαμα στο διάδρομο, αυτή η κοινή αποδοχή ενός δώρου που σε ταλαιπωρούσε για να το στήσεις, τις ένωνε με έναν τρόπο ανθρώπινο, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Τις άρεσε αυτή η εθιμοτυπία στην οποία είχε γίνει κι εκείνη κομμάτι της. Φέτος ανυπομονούσε να το στολίσει. Το βρήκε ένα βράδυ γυρνώντας από τη δουλειά μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της. Τα μήλα των δαχτύλων της θα πονούσαν ώρες μετά. Κόκκινα τα στολίδια ολωνών τους φέτος. Απομένει η Κασσιανή να κάνει τη διαφορά είπε το ίδιο βράδυ την ώρα που ξάπλωνε δίπλα του στο κρεβάτι. Η Κασσιανή δε θα στολίσει φέτος της είπε και τότε θυμήθηκε το πένθος.

νο.3

Ήθελε να φτιάξει μια γιρλάντα με ποπ κορν και θα το έκανε. Ήταν πολύ απλό, το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα μπολ με ποπ κορν, βελόνα και κλωστή. Μια οικογενειακή παράδοση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά στο Ηνωμένο Βασίλειο και που ήθελε να την ενσωματώσει και στη δική της οικογένεια. Ο μικρός θα το χαιρόταν πολύ. Ίσως να έβρισκε και καμία χοντρή σακοράφα να δοκιμάσει κι εκείνος. Είχε αγοράσει την κοπέλα με το καναρινί φόρεμα, δηλαδή μια κόπια από τα Όνειρα του Vittorio Matteo Corcos και ύστερα από πολύ καιρό, χρόνια, σκεφτόταν τώρα, παρά κάτι Χριστούγεννα καιρός, να τη βγάλει από το χάρτινο πακετάρισμα και να βρει τη θέση της σε κάποιο όμορφο κάδρο κάπου μέσα στο σπίτι. Έτσι σκεφτόταν και πάνω της θα περνούσε την ποπκορνένια γιρλάντα.


υ.γ. Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα στα σπιτικά σας. Με αγάπη και υγεία.



Μουσική επιλογή: Lola Marsh ~ You're mine